i wrestled a racoon once

Αυτά που γράφω μπορεί να σας φανούν υπερβολικά, μελοδραματικά, ανόητα και ίσως προσβλητικά. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω κακό σκοπό. Απλά εκθέτω ορισμένες σκέψεις και εμπειρίες ή απλά αφήνω τη φαντασία μου να δουλέψει επηρεασμένη από την καθημερινότητα. δεν είμαι τέλεια, δεν τα ξέρω όλα. Εξηγούμαι για να μην παρεξηγούμαι :)

Γαμώτο!

Κάθε της βήμα στο υγρό πεζοδρόμιο ήταν και μια σκέψη. «Γαμώτο!»  Ποτέ δεν μπόρεσε να βάλει αυτές τις σκέψεις σε μια σειρά. Δεν ήταν ότι δεν ήθελε, αλλά δεν μπορούσε. Της ήταν αδύνατο καθώς κάθε περιστατικό κι επομένως κάθε σκέψη ανέτρεπε το άλλο. Ανέτρεπε τα πάντα…

Τα κλειδιά του αυτοκινήτου της συγκρούστηκαν με την πλαστική κάρτα του δωματίου μέσα στην τσάντα της υπενθυμίζοντάς της το σκοπό του νυχτερινού της περιπάτου. Η καρδιά της κλώτσησε άρρυθμα υποχρεώνοντάς την να σταματήσει και να αναπνεύσει με προσοχή.

Μια σταγόνα βροχής άγγιξε το μάγουλό της. «Γαμώτο!»  Έπρεπε να βιαστεί. Ο ήχος των τακουνιών της επισήμανε την επιτάχυνσή της στην απόλυτη σιωπή της νύχτας. Αυτή η σιωπή επιδείνωνε τον ειρμό των σκέψεών της. Φοβόταν αυτή την συνάντηση. Ήταν σίγουρη πως όλα θα άλλαζαν. Οι δυο τους μόνοι σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου μακριά απ’ όλους και απ’ όλα χωρίς εγωισμούς και δικαιολογίες. Ήταν σίγουρη πως ό, τι έκρυβε μέσα της όλο αυτό τον καιρό θα έβγαινε στην επιφάνεια και δεν θα ήξερε πώς να το αντιμετωπίσει. Δεν θα μπορούσε να κρυφτεί άλλο. Αυτό ήταν που φοβόταν περισσότερο. Τίποτα δεν θα έμενε το ίδιο πια.

Τα φώτα του ξενοδοχείου σχεδόν την τύφλωσαν καθώς απορροφημένη από τις σκέψεις της δεν παρατήρησε πόσο κοντά στην είσοδο είχε βρεθεί. «Ή τώρα ή ποτέ» σκέφτηκε. Γνώριζε πολύ καλά τις συνέπειες της απόφασής της να περάσει την πόρτα του ξενοδοχείου. Το είχε σκεφτεί αρκετές φορές πριν φτάσει τόσο κοντά.

«Γαμώτο!» ,ας είναι… Τα κλειδιά και η κάρτα κουδούνισαν πιο δυνατά αυτή τη φορά από την φόρα που πήρε για να μπει στο κτήριο. Δεν σκόπευε να σταθεί έξω από την πόρτα, μέσα στη βροχή σαν ασθενής που το έσκασε απ’ το ψυχιατρείο. Περίμενε ήδη αρκετά χρόνια γι’ αυτή τη στιγμή, δεν θα το έβαζε στα πόδια τώρα που είχε φτάσει τόσο κοντά.

Η ατμόσφαιρα στο εσωτερικό του ξενοδοχείου ήταν τόσο ζεστή και φιλόξενη με αποτέλεσμα να την αποπροσανατολίσει για αρκετά δευτερόλεπτα. Όταν συνειδητοποίησε ότι στεκόταν στο κέντρο της υποδοχής σαν τροχονόμος σε άδειο δρόμο συνέχισε να περπατάει χωρίς να σκέφτεται. Για καλή της τύχη τα πόδια της την οδήγησαν σε μία πολυθρόνα κοντά στο ασανσέρ. Χωρίς δεύτερη σκέψη κάθισε προσπαθώντας να ηρεμήσει και ταυτόχρονα να βάλει τις σκέψεις της σε μια σειρά.

Κοιτώντας τις γεμάτες νερά ψηλοτάκουνες γόβες της έσπευσε να βρει μια δικαιολογία για την αμηχανία που την κυρίεψε. «Γαμώτο!» Θα τον περίμενε εκεί. Θα είχε λίγο χρόνο για να συνέλθει κι έπειτα θα ανέβαιναν μαζί στο άγνωστο δωμάτιο του τέταρτου ορόφου. Σηκώνοντας το κεφάλι παρατήρησε πως δεν υπήρχε ιδιαίτερη κίνηση στο ξενοδοχείο. Κοιτάζοντας προς τη ρεσεψιόν το μάτι της έπεσε πάνω σ’ ένα νεαρό ζευγάρι που είχε πιάσει κουβέντα με τη ρεσεψιονίστ.  Δεν είχε αντιληφθεί κανείς την παρουσία της κι αυτό την καθησύχασε.

Παίρνοντας μια βαθειά ανάσα επιχείρησε να ανακτήσει την αυτοπεποίθησή της. Απ’ το μυαλό της πέρασαν φευγαλέα όλες οι ξένοιαστες στιγμές που είχαν περάσει μαζί. Όλες οι ωραίες στιγμές. Πριν μπουν ανάμεσά τους τόσα συναισθηματικά εμπόδια. Οι ζήλιες, οι σχέσεις, οι εγωισμοί, η απόσταση και η ασυνεννοησία.

 Ακόμα κι αν τους εμπόδισαν όμως στο παρελθόν όλα αυτά η σχέση τους εξελίχθηκε. Ήρθαν πιο κοντά. Ξαφνικά συνειδητοποίησε πόση οικειότητα είχαν αποκτήσει οι δυο τους και κατάλαβε πως δεν είχε τίποτα να φοβηθεί. Τα χειρότερα είχαν περάσει σωστά; Από τη σημερινή βραδιά όλα θα άλλαζαν μεταξύ τους προς το καλύτερο. Ναι! Προς το καλύτερο! Αυτός ήταν άλλωστε ο σκοπός της συνάντησης. Συγκράτησε το χαμόγελό της όσο μπορούσε αλλά δεν μπόρεσε να κρύψει τη λάμψη στα μάτια της. Τέρμα οι τύψεις και οι δισταγμοί. Επιτέλους θα είχε αυτό που τόσο ποθούσε και θα ήταν ευτυχισμένη. Αυτό που πάντα ήθελε!

Κοιτώντας αφηρημένα τους τοίχους του ξενοδοχείου την προσοχή της τράβηξε ένα ρολόι που βρισκόταν πάνω από έναν εντυπωσιακό κόκκινο καναπέ. «Γαμώτο!» πανικοβλήθηκε γι’ ακόμη μια φορά φοβούμενη πως είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Ήταν μόλις δώδεκα και πέντε λεπτά. Το ραντεβού τους ήταν στις δώδεκα ακριβώς κι εκείνος δεν είχε εμφανιστεί οπότε το πρώτο πράγμα που συμπέρανε ήταν πως την περίμενε ήδη επάνω.

Παρόλο που τα παπούτσια της την είχαν ταλαιπωρήσει επέλεξε να πάει από  τις σκάλες για να προετοιμαστεί ψυχολογικά για την καθοριστική αυτή συνάντηση. Ήταν τόσο ευτυχισμένη που επιτέλους θα βρίσκονταν οι δυο τους χωρίς να έχουν τίποτα να φοβηθούν που ένιωσε σαν έφηβη στο πρώτο της ραντεβού. Ήθελε να φωνάξει «Είμαι ερωτευμένη!» και να το ακούσει όλο το ξενοδοχείο αλλά και η ίδια καθώς δεν τόλμησε ποτέ να το παραδεχτεί, πόσο μάλλον να το πει και φωναχτά.

Φτάνοντας στον πρώτο όροφο σκέφτηκε πως όλη η ταλαιπωρία άξιζε τον κόπο. Ακόμα και οι άσχημες στιγμές είχαν την ομορφιά τους, ήταν ανεκτίμητες! Όλη αυτή η αναμονή και η υπομονή θα τους έβγαζε ασπροπρόσωπους! Δεν πειράζει που κάποτε πληγώθηκε. Θα τα ξεπερνούσε όλα μαζί του. Θα τον συγχωρούσε.

Το κλείσιμο μιας πόρτας στον δεύτερο όροφο απέσπασε την προσοχή της. Έγειρε το κεφάλι της κοιτώντας στο βάθος του διαδρόμου και αντίκρισε έναν αγανακτισμένο ηλικιωμένο να περπατά στο κόκκινο χαλί με γρήγορο βήμα. Είδε το στόμα του να κινείται από μακριά χωρίς να καταλαβαίνει όμως τι έλεγε. Για μια στιγμή κοκάλωσε καθώς νόμιζε πως ο γέρος ερχόταν κατά πάνω της. Τότε πέρασε με φόρα δίπλα της και το μόνο που ακούστηκε ήταν ορισμένες βρισιές και το όνομα του ξενοδοχείου. Ηλικιωμένοι. «Όλα τους φταίνε», σκέφτηκε και συνέχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά.

Καθώς ανάβαινε προς τον τρίτο όροφο άνοιξε την τσάντα της ψαχουλεύοντας για την κάρτα-κλειδί του δωματίου. «401» Μια κοινή τους φίλη της το είχε παραδώσει χθες στο ραντεβού τους για καφέ. «Τι θα κάνεις; Θα πας;» την είχε ρωτήσει. «Δεν ξέρω… αυτή η κατάσταση πρέπει κάποια στιγμή να ξεκαθαρίσει » είχε απαντήσει. Και να που είχε βρεθεί έναν όροφο μακριά από το ξεκαθάρισμα.

Τέταρτος όροφος. Ακολουθώντας μια πινακίδα που έγραφε «rooms 400-410» βρέθηκε κατευθείαν μπροστά στην καφέ πόρτα του δωματίου. Κοιτάζοντας το κινητό της είδε πως η ώρα ήταν δώδεκα και δέκα. Παίρνοντας μια βαθειά ανάσα τοποθέτησε προσεκτικά την κάρτα στην ειδική σχισμή. Το πράσινο φωτάκι της κλειδαριάς άναψε κατευθείαν κι εκείνη έσπρωξε την πόρτα με δύναμη.

Το δωμάτιο ήταν βυθισμένο στο απόλυτο σκοτάδι αναγκάζοντάς την να τοποθετήσει την κάρτα της στη θυρίδα του ρεύματος. Ο ρυθμισμένος χαμηλός φωτισμός δημιούργησε μια ήρεμη και ρομαντική ατμόσφαιρα στο χώρο. Γιατί όμως τα φώτα ήταν κλειστά προηγουμένως; Που ήταν αυτός; «Ίσως καθυστέρησε στο δρόμο» σκέφτηκε. Η βροχή πάντα προκαλούσε κίνηση στους δρόμους.

Εκμεταλλεύτηκε την απουσία του για να ρίξει μια ματιά στο δωμάτιο και να εξοικειωθεί με το χώρο. Αφού έμεινε αρκετά ικανοποιημένη  από την αισθητική του χώρου κάθισε στο κρεβάτι κι έβγαλε τα παπούτσια της. Τα μαλλιά της ήταν αρκετά ταλαιπωρημένα από την υγρασία της σημερινής μέρας και σκέφτηκε πως θα ήταν καλή ιδέα να κάνει ένα μπάνιο.

Ψάχνοντας με τα μάτια της τις πετσέτες παρατήρησε έναν φάκελο που δεν είχε προσέξει κατά την είσοδό της στο δωμάτιο. Σηκώθηκε γεμάτη απορία και πλησίασε το τραπεζάκι όπου ήταν ακουμπισμένος ο φάκελος. Έγραφε το όνομά της. Τα φρύδια της ανασηκώθηκαν από την έκπληξη και έσπευσε να τον ανοίξει. Ποτέ δεν ήταν καλή στο να ανοίγει φακέλους. Έσκισε άτσαλα την πλαϊνή μεριά του φακέλου κι έβγαλε από μέσα μια κάρτα κι ένα σημείωμα.

Τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν  καθώς  η κάρτα ήταν ίδια με τη δική της. Τα μάτια της γέμισαν με περιέργεια κι έπειτα με οργή. «Συγνώμη, δεν μπόρεσα να το κάνω.» Τσαλάκωσε το απογοητευτικό του σημείωμα πετώντας το στα σκουπίδια. «Γαμώτο!»

Only God can judge me… (yeah, right)

«Δεν έχεις το δικαίωμα να κρίνεις αν κάποιος είναι όμορφος ή όχι», «δεν έχεις το δικαίωμα να κρίνεις αν μια πράξη είναι σωστή ή όχι», «δεν έχεις το δικαίωμα να κρίνεις τα συναισθήματα του άλλου», «δεν έχεις το δικαίωμα να κρίνεις τον χαρακτήρα του άλλου», «δεν έχεις το δικαίωμα να κρίνεις γενικά!». Δεν το έχεις το δικαίωμα γιατί απλά δεν μπορείς να μπεις στη θέση του. Δεν μπορείς να κρίνεις για να μην κριθείς. Δεν μπορείς να κρίνει γιατί μόνο ο Θεός μπορεί. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ!!!

Είναι άδικο, μου είπαν, να κρίνεις. Και ποιος ορίζει το δίκιο, απαντάω με ερώτηση. Αυτή η κατάσταση με κάνει πλέον να γελάω όσο δεν έχω γελάσει με κανένα ανέκδοτο! Είναι σε όλους πλέον γνωστό πως στην Ελλάδα ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ αλλά δεν περίμενα ποτέ πως η έκφραση απόψεων θα καταδικαζόταν –ειδικά από τη νεολαία.

Δηλαδή, εγώ δεν έχω το δικαίωμα να κρίνω αλλά ο άλλος έχει το δικαίωμα να μου πει τι πρέπει να κάνω και ποιο είναι το σωστό; Με ποιο δικαίωμα με κρίνεις λοιπόν λέγοντάς μου ότι δεν πρέπει να κρίνω τους άλλους; Αυτό σε κάνει να διαφέρεις από μένα και όσους κρίνουν; Ή μήπως νομίζεις πως αυτή σου η στάση σε καθιστά μαθητή του Χριστού; Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Γιατί να μην ισχύει το ίδιο για τη δική μου περίπτωση;

Ο κάθε άνθρωπος έχει τις δικές του απόψεις, το δικό του στόμα και το δικό του μυαλό και συνεπώς θεωρώ πως καθένας έχει και το δικαίωμα να κρίνει και να σχολιάζει θετικά ή αρνητικά ό, τι θέλει. Γιατί να γινόμαστε υποκριτές με τους εαυτούς μας και να σκύβουμε το κεφάλι σχολιάζοντας μόνο θετικά; Γιατί να σε πείθει ο κάθε δήθεν φιλόσοφος του facebook πως ΕΙΣΑΙ ΚΑΚΟΣ ΠΟΥ ΣΧΟΛΙΑΖΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΝΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ;

Στην τελική, τι πιο φυσιολογικό να κρίνεις ότι κάποιος είναι άσχημος ή όμορφος; Τι πιο λογικό σύμφωνα με δικά σου κριτήρια να θεωρείς πως κάποιος δεν είναι εντάξει στη συμπεριφορά του; Τι πιο ανθρώπινο από το να διαφωνείς, να έχεις αντίθετη άποψη ή ακόμα και να σιχαίνεσαι κάποιον-κάτι;

Κάποιος μπορεί να πει πως πρέπει πρώτα να κρίνεις τον εαυτό σου και μετά τους υπόλοιπους… Σίγουρα! Επίσης σίγουρο είναι πως όταν κρίνεις πρέπει να είσαι πάντα προετοιμασμένος για τις συνέπειες. Και δεν εννοώ τη Θεία Δίκη αλλά τις αντίθετες απόψεις ακόμα και τις «επιθέσεις» ατόμων που διαφωνούν με την κρίση σου.

Δεν είναι άδικο να κρίνεις, είναι άδικο να καταπνίγεις την κρίση και τα πιστεύω σου… όποια κι αν είναι αυτά.

σ’ ευχαριστώ για όλα τα βράδια που με κράτησες ξύπνια (είτε με βιβλία είτε με ταινίες) :)

σ’ ευχαριστώ για όλα τα βράδια που με κράτησες ξύπνια (είτε με βιβλία είτε με ταινίες) :)

μην πεθάνεις ποτέ <3

μην πεθάνεις ποτέ <3

σ&#8217; ευχαριστώ για όλη την τρέλα που μου έχεις πουλήσει :)

σ’ ευχαριστώ για όλη την τρέλα που μου έχεις πουλήσει :)

Οι σκέψεις είναι τέρατα που ουρλιάζουν ανεξέλεγκτα μέσα στο μυαλό. Τέρατα που ξαγρυπνούν όταν εσύ κοιμάσαι. Τέρατα που πλαγιάζουν με τις τύψεις και μαζί γεννούν τους εφιάλτες. Φτιαχτές εικόνες μακριά απ’ την πραγματικότητα με στόχο την εξαθλίωση του είναι σου. ‘’Λογική’’, μου είπε κάποιος σοφός. Καθοδήγησε τις σκέψεις σου με τη λογική και δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς… View high resolution

Οι σκέψεις είναι τέρατα που ουρλιάζουν ανεξέλεγκτα μέσα στο μυαλό. Τέρατα που ξαγρυπνούν όταν εσύ κοιμάσαι. Τέρατα που πλαγιάζουν με τις τύψεις και μαζί γεννούν τους εφιάλτες. Φτιαχτές εικόνες μακριά απ’ την πραγματικότητα με στόχο την εξαθλίωση του είναι σου. ‘’Λογική’’, μου είπε κάποιος σοφός. Καθοδήγησε τις σκέψεις σου με τη λογική και δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς…

from &#8221;Dear John&#8221; (2010 film)

from ”Dear John” (2010 film)

Σκοτάδι (μέρος πρώτο)

Οι ακτίνες του ήλιου είχαν πάψει να περνούν από το τζάμι του παραθύρου της.

Δεν της άρεσε το φως. Έλεγε πάντα την αλήθεια.

Φώτιζε και το παραμικρό ψεγάδι.

Αποκάλυπτε την αλήθεια χωρίς να νοιάζεται για τις συνέπειες. Της υπενθύμιζε την αλήθεια και γκρέμιζε τον σκοτεινό γεμάτο θεραπευτικά ψέματα κόσμο της.

Γι’ αυτό του απαγόρευε την είσοδο.

 

Μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο αιωρούνταν πεταλούδες οι σκέψεις.

Κάποτε ήταν κι αυτές κάμπιες.

Μπορούσες να σκοντάψεις από το νεκρό οξυγόνο που κείτονταν ανελέητα στο πάτωμα.

 Κάποτε αιωρούνταν κι αυτό.

 

Στο δωμάτιο δεν ακουγόταν πια μουσική.

Οι νότες και οι στοίχοι δεν είχαν πλέον κανένα νόημα.

Δεν έδιναν κανένα νόημα πια στη ζωή της.

Καμία ελπίδα.

Ultralite Powered by Tumblr | Designed by:Doinwork
HTML hit counter - Quick-counter.net