When I look back on my life it’s not that I don’t want to see things exactly how they happened it’s just that I prefer to remember them in an artistic way. And truthfully the lie of it all it’s much more honest because I invented it. Clinical psychology tells us arguably that drama is the ultimate killer. It’s sort of like my past is an unfinished painting and as the artist of that painting I must fill in all the ugly holes and make it beautiful again. It’s not that I’ve been dishonest , it’s just that I loathe reality.
-Lady Gaga
Είναι κι αυτά τα πράγματα…
Κάποια πράγματα στη ζωή είναι ανεκτίμητα. Είναι απ’ αυτά τα πράγματα που πολλές φορές δεν καταλαβαίνεις ότι έχουν συμβεί. Αγνοείς την ύπαρξή τους και σου είναι αδύνατο να διανοηθείς πόσο σημαντικά είναι για σένα. Πολλές φορές τα υποτιμάς. Άλλες φορές υποτιμάς τον εαυτό σου υποτιμώντας τα εις διπλούν.
Υπάρχουν άνθρωποι που πρέπει να τα χάσουν αυτά τα πράγματα για να τα εκτιμήσουν. Υπάρχουν άνθρωποι που τα έχουν και τα υπερεκτιμούν. Κι έπειτα υπάρχουν κι εκείνοι οι άνθρωποι που τα έχουν, τα εκτιμούν και τα φοβούνται ταυτόχρονα. Τι ειρωνεία ε; Να έχει κανείς κάτι τόσο όμορφο και να το φοβάται. Φοβάται μήπως το χάσει; Φοβάται μήπως αφεθεί τόσο πολύ σ’ αυτό που χάσει τον εαυτό του; Φοβάται πως έχει ήδη χάσει τον εαυτό του δίνοντάς τον ολοκληρωτικά σ’ αυτό; Πόσο «καλός» μπορεί να θεωρείται ένας φόβος και πόσο «ανασφάλεια»; Μπορεί κανείς να τα ταυτίσει; Και αν τα ταυτίσει τι θα καταφέρει; Ίσως καταφέρει να δημιουργήσει μια χειρότερη σύγχυση στον εαυτό του.
Αυτά τα πράγματα είναι καθοριστικά και αόριστα ,όμορφα και καταστροφικά. Επηρεάζουν τις ζωές των ανθρώπων χωρίς οι ίδιοι να έχουν επιλογή. Αλλάζουν το μέλλον τους ,ή τουλάχιστον προσπαθούν, ωθώντας τους σε διαδρόμους του εαυτού τους που δεν θα πίστευε ποτέ κανείς ότι υπάρχουν. Δίνουν στο δράμα και την ευτυχία διαφορετικές, αδιανόητες διαστάσεις.
Τα πιο απλά πράγματα στη ζωή είναι τα πιο δύσκολα. Όχι, δεν τα κάνουμε εμείς δύσκολα. Δύσκολα είναι αυτά που από την αρχή είναι δύσκολα και ό, τι και να κάνουμε, όσο και να προσπαθήσουμε δύσκολα θα παραμείνουν. Τα πιο απλά, τα πιο αγνά και τα πιο όμορφα είναι αυτά που έχουν πραγματική αξία. Αυτά είναι που κρύβουν την πραγματική ευτυχία και απαιτούν τις μεγαλύτερες θυσίες. Γι’ αυτό και τόσοι άνθρωποι είναι δυστυχισμένοι. Και δεν τους αδικώ καθόλου. Δεν είναι ,άλλωστε, εύκολο να υπερβείς το εγώ σου για να έχεις τα πράγματα που δίνουν ουσία στη ζωή σου. Δεν είναι εύκολο να δέχεσαι και να είσαι πρόθυμος να ζήσεις πράγματα που μπορούν να καθορίσουν τη ζωή σου. Και ,βέβαια, δεν είναι πάντα εύκολο να ζεις με τις επιλογές σου. Είναι δύσκολο να τις υποστηρίζεις και τρομακτικό να αντιμετωπίζεις τις συνέπειές τους. Είναι τόσο δύσκολα αυτά τα απλά πράγματα που στο τέλος το πιο πιθανό είναι να έχεις χάσει το δρόμο σου. Να έχεις ξεχάσει το σκοπό σου…
Τα πήρες τα πράγματα σου. Με άφησες; Σε άφησα; Αφεθήκαμε; Τα πήρες όλα κι έμεινα να αναρωτιέμαι αν τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή είναι «πράγματα». Γιατί στη θέση που είχες τα πράγματά σου έβαλα δικά μου πράγματα και τα δωμάτια μου μοιάζουν ακόμα πιο άδεια. Έμεινα να αναρωτιέμαι πως θα είχαν έρθει τα πράγματα στη ζωή μου αν δεν σε είχα γνωρίσει ποτέ. Δεν ξέρω. Κι αυτό που φοβάμαι περισσότερο είναι ότι δεν θα μάθω ποτέ. Είναι ο φόβος που λέγαμε…
”Μαζεμένοι, ακούγαμε τον αέρα στην καμινάδα και ευχόμαστε κανείς να μην αρρώσταινε, να μην έσπαζε το πόδι του, να μην του έμπαιναν κακές ιδέες στο μυαλό, όπως εκείνου του αγρότη στο Καστλ Ροκ, που είχε κομματιάσει τη σύζυγο και τα παιδιά του πριν από τρεις χειμώνες και ύστερα είχε πει στο δικαστήριο πως ήταν τα φαντάσματα που τον είχαν βάλει να το κάνει.”
Γιορτάζουμε την Παγκόσμια Εβδομάδα Βιβλίου και παίζουμε ένα παιχνίδι.
Πάρε το πρώτο βιβλίο που θα βρεις μπροστά σου, πήγαινε στη σελίδα 52, και αντίγραψε την πέμπτη ολοκληρωμένη φράση μαζί με τους κανόνες του παιχνιδιού στο στάτους σου.
Μην αναφέρεις τον τίτλο του βιβλίου…
Γαμώτο!
Κάθε της βήμα στο υγρό πεζοδρόμιο ήταν και μια σκέψη. «Γαμώτο!» Ποτέ δεν μπόρεσε να βάλει αυτές τις σκέψεις σε μια σειρά. Δεν ήταν ότι δεν ήθελε, αλλά δεν μπορούσε. Της ήταν αδύνατο καθώς κάθε περιστατικό κι επομένως κάθε σκέψη ανέτρεπε το άλλο. Ανέτρεπε τα πάντα…
Τα κλειδιά του αυτοκινήτου της συγκρούστηκαν με την πλαστική κάρτα του δωματίου μέσα στην τσάντα της υπενθυμίζοντάς της το σκοπό του νυχτερινού της περιπάτου. Η καρδιά της κλώτσησε άρρυθμα υποχρεώνοντάς την να σταματήσει και να αναπνεύσει με προσοχή.
Μια σταγόνα βροχής άγγιξε το μάγουλό της. «Γαμώτο!» Έπρεπε να βιαστεί. Ο ήχος των τακουνιών της επισήμανε την επιτάχυνσή της στην απόλυτη σιωπή της νύχτας. Αυτή η σιωπή επιδείνωνε τον ειρμό των σκέψεών της. Φοβόταν αυτή την συνάντηση. Ήταν σίγουρη πως όλα θα άλλαζαν. Οι δυο τους μόνοι σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου μακριά απ’ όλους και απ’ όλα χωρίς εγωισμούς και δικαιολογίες. Ήταν σίγουρη πως ό, τι έκρυβε μέσα της όλο αυτό τον καιρό θα έβγαινε στην επιφάνεια και δεν θα ήξερε πώς να το αντιμετωπίσει. Δεν θα μπορούσε να κρυφτεί άλλο. Αυτό ήταν που φοβόταν περισσότερο. Τίποτα δεν θα έμενε το ίδιο πια.
Τα φώτα του ξενοδοχείου σχεδόν την τύφλωσαν καθώς απορροφημένη από τις σκέψεις της δεν παρατήρησε πόσο κοντά στην είσοδο είχε βρεθεί. «Ή τώρα ή ποτέ» σκέφτηκε. Γνώριζε πολύ καλά τις συνέπειες της απόφασής της να περάσει την πόρτα του ξενοδοχείου. Το είχε σκεφτεί αρκετές φορές πριν φτάσει τόσο κοντά.
«Γαμώτο!» ,ας είναι… Τα κλειδιά και η κάρτα κουδούνισαν πιο δυνατά αυτή τη φορά από την φόρα που πήρε για να μπει στο κτήριο. Δεν σκόπευε να σταθεί έξω από την πόρτα, μέσα στη βροχή σαν ασθενής που το έσκασε απ’ το ψυχιατρείο. Περίμενε ήδη αρκετά χρόνια γι’ αυτή τη στιγμή, δεν θα το έβαζε στα πόδια τώρα που είχε φτάσει τόσο κοντά.
Η ατμόσφαιρα στο εσωτερικό του ξενοδοχείου ήταν τόσο ζεστή και φιλόξενη με αποτέλεσμα να την αποπροσανατολίσει για αρκετά δευτερόλεπτα. Όταν συνειδητοποίησε ότι στεκόταν στο κέντρο της υποδοχής σαν τροχονόμος σε άδειο δρόμο συνέχισε να περπατάει χωρίς να σκέφτεται. Για καλή της τύχη τα πόδια της την οδήγησαν σε μία πολυθρόνα κοντά στο ασανσέρ. Χωρίς δεύτερη σκέψη κάθισε προσπαθώντας να ηρεμήσει και ταυτόχρονα να βάλει τις σκέψεις της σε μια σειρά.
Κοιτώντας τις γεμάτες νερά ψηλοτάκουνες γόβες της έσπευσε να βρει μια δικαιολογία για την αμηχανία που την κυρίεψε. «Γαμώτο!» Θα τον περίμενε εκεί. Θα είχε λίγο χρόνο για να συνέλθει κι έπειτα θα ανέβαιναν μαζί στο άγνωστο δωμάτιο του τέταρτου ορόφου. Σηκώνοντας το κεφάλι παρατήρησε πως δεν υπήρχε ιδιαίτερη κίνηση στο ξενοδοχείο. Κοιτάζοντας προς τη ρεσεψιόν το μάτι της έπεσε πάνω σ’ ένα νεαρό ζευγάρι που είχε πιάσει κουβέντα με τη ρεσεψιονίστ. Δεν είχε αντιληφθεί κανείς την παρουσία της κι αυτό την καθησύχασε.
Παίρνοντας μια βαθειά ανάσα επιχείρησε να ανακτήσει την αυτοπεποίθησή της. Απ’ το μυαλό της πέρασαν φευγαλέα όλες οι ξένοιαστες στιγμές που είχαν περάσει μαζί. Όλες οι ωραίες στιγμές. Πριν μπουν ανάμεσά τους τόσα συναισθηματικά εμπόδια. Οι ζήλιες, οι σχέσεις, οι εγωισμοί, η απόσταση και η ασυνεννοησία.
Ακόμα κι αν τους εμπόδισαν όμως στο παρελθόν όλα αυτά η σχέση τους εξελίχθηκε. Ήρθαν πιο κοντά. Ξαφνικά συνειδητοποίησε πόση οικειότητα είχαν αποκτήσει οι δυο τους και κατάλαβε πως δεν είχε τίποτα να φοβηθεί. Τα χειρότερα είχαν περάσει σωστά; Από τη σημερινή βραδιά όλα θα άλλαζαν μεταξύ τους προς το καλύτερο. Ναι! Προς το καλύτερο! Αυτός ήταν άλλωστε ο σκοπός της συνάντησης. Συγκράτησε το χαμόγελό της όσο μπορούσε αλλά δεν μπόρεσε να κρύψει τη λάμψη στα μάτια της. Τέρμα οι τύψεις και οι δισταγμοί. Επιτέλους θα είχε αυτό που τόσο ποθούσε και θα ήταν ευτυχισμένη. Αυτό που πάντα ήθελε!
Κοιτώντας αφηρημένα τους τοίχους του ξενοδοχείου την προσοχή της τράβηξε ένα ρολόι που βρισκόταν πάνω από έναν εντυπωσιακό κόκκινο καναπέ. «Γαμώτο!» πανικοβλήθηκε γι’ ακόμη μια φορά φοβούμενη πως είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Ήταν μόλις δώδεκα και πέντε λεπτά. Το ραντεβού τους ήταν στις δώδεκα ακριβώς κι εκείνος δεν είχε εμφανιστεί οπότε το πρώτο πράγμα που συμπέρανε ήταν πως την περίμενε ήδη επάνω.
Παρόλο που τα παπούτσια της την είχαν ταλαιπωρήσει επέλεξε να πάει από τις σκάλες για να προετοιμαστεί ψυχολογικά για την καθοριστική αυτή συνάντηση. Ήταν τόσο ευτυχισμένη που επιτέλους θα βρίσκονταν οι δυο τους χωρίς να έχουν τίποτα να φοβηθούν που ένιωσε σαν έφηβη στο πρώτο της ραντεβού. Ήθελε να φωνάξει «Είμαι ερωτευμένη!» και να το ακούσει όλο το ξενοδοχείο αλλά και η ίδια καθώς δεν τόλμησε ποτέ να το παραδεχτεί, πόσο μάλλον να το πει και φωναχτά.
Φτάνοντας στον πρώτο όροφο σκέφτηκε πως όλη η ταλαιπωρία άξιζε τον κόπο. Ακόμα και οι άσχημες στιγμές είχαν την ομορφιά τους, ήταν ανεκτίμητες! Όλη αυτή η αναμονή και η υπομονή θα τους έβγαζε ασπροπρόσωπους! Δεν πειράζει που κάποτε πληγώθηκε. Θα τα ξεπερνούσε όλα μαζί του. Θα τον συγχωρούσε.
Το κλείσιμο μιας πόρτας στον δεύτερο όροφο απέσπασε την προσοχή της. Έγειρε το κεφάλι της κοιτώντας στο βάθος του διαδρόμου και αντίκρισε έναν αγανακτισμένο ηλικιωμένο να περπατά στο κόκκινο χαλί με γρήγορο βήμα. Είδε το στόμα του να κινείται από μακριά χωρίς να καταλαβαίνει όμως τι έλεγε. Για μια στιγμή κοκάλωσε καθώς νόμιζε πως ο γέρος ερχόταν κατά πάνω της. Τότε πέρασε με φόρα δίπλα της και το μόνο που ακούστηκε ήταν ορισμένες βρισιές και το όνομα του ξενοδοχείου. Ηλικιωμένοι. «Όλα τους φταίνε», σκέφτηκε και συνέχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά.
Καθώς ανάβαινε προς τον τρίτο όροφο άνοιξε την τσάντα της ψαχουλεύοντας για την κάρτα-κλειδί του δωματίου. «401» Μια κοινή τους φίλη της το είχε παραδώσει χθες στο ραντεβού τους για καφέ. «Τι θα κάνεις; Θα πας;» την είχε ρωτήσει. «Δεν ξέρω… αυτή η κατάσταση πρέπει κάποια στιγμή να ξεκαθαρίσει » είχε απαντήσει. Και να που είχε βρεθεί έναν όροφο μακριά από το ξεκαθάρισμα.
Τέταρτος όροφος. Ακολουθώντας μια πινακίδα που έγραφε «rooms 400-410» βρέθηκε κατευθείαν μπροστά στην καφέ πόρτα του δωματίου. Κοιτάζοντας το κινητό της είδε πως η ώρα ήταν δώδεκα και δέκα. Παίρνοντας μια βαθειά ανάσα τοποθέτησε προσεκτικά την κάρτα στην ειδική σχισμή. Το πράσινο φωτάκι της κλειδαριάς άναψε κατευθείαν κι εκείνη έσπρωξε την πόρτα με δύναμη.
Το δωμάτιο ήταν βυθισμένο στο απόλυτο σκοτάδι αναγκάζοντάς την να τοποθετήσει την κάρτα της στη θυρίδα του ρεύματος. Ο ρυθμισμένος χαμηλός φωτισμός δημιούργησε μια ήρεμη και ρομαντική ατμόσφαιρα στο χώρο. Γιατί όμως τα φώτα ήταν κλειστά προηγουμένως; Που ήταν αυτός; «Ίσως καθυστέρησε στο δρόμο» σκέφτηκε. Η βροχή πάντα προκαλούσε κίνηση στους δρόμους.
Εκμεταλλεύτηκε την απουσία του για να ρίξει μια ματιά στο δωμάτιο και να εξοικειωθεί με το χώρο. Αφού έμεινε αρκετά ικανοποιημένη από την αισθητική του χώρου κάθισε στο κρεβάτι κι έβγαλε τα παπούτσια της. Τα μαλλιά της ήταν αρκετά ταλαιπωρημένα από την υγρασία της σημερινής μέρας και σκέφτηκε πως θα ήταν καλή ιδέα να κάνει ένα μπάνιο.
Ψάχνοντας με τα μάτια της τις πετσέτες παρατήρησε έναν φάκελο που δεν είχε προσέξει κατά την είσοδό της στο δωμάτιο. Σηκώθηκε γεμάτη απορία και πλησίασε το τραπεζάκι όπου ήταν ακουμπισμένος ο φάκελος. Έγραφε το όνομά της. Τα φρύδια της ανασηκώθηκαν από την έκπληξη και έσπευσε να τον ανοίξει. Ποτέ δεν ήταν καλή στο να ανοίγει φακέλους. Έσκισε άτσαλα την πλαϊνή μεριά του φακέλου κι έβγαλε από μέσα μια κάρτα κι ένα σημείωμα.
Τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν καθώς η κάρτα ήταν ίδια με τη δική της. Τα μάτια της γέμισαν με περιέργεια κι έπειτα με οργή. «Συγνώμη, δεν μπόρεσα να το κάνω.» Τσαλάκωσε το απογοητευτικό του σημείωμα πετώντας το στα σκουπίδια. «Γαμώτο!»


