Γαμώτο!
Κάθε της βήμα στο υγρό πεζοδρόμιο ήταν και μια σκέψη. «Γαμώτο!» Ποτέ δεν μπόρεσε να βάλει αυτές τις σκέψεις σε μια σειρά. Δεν ήταν ότι δεν ήθελε, αλλά δεν μπορούσε. Της ήταν αδύνατο καθώς κάθε περιστατικό κι επομένως κάθε σκέψη ανέτρεπε το άλλο. Ανέτρεπε τα πάντα…
Τα κλειδιά του αυτοκινήτου της συγκρούστηκαν με την πλαστική κάρτα του δωματίου μέσα στην τσάντα της υπενθυμίζοντάς της το σκοπό του νυχτερινού της περιπάτου. Η καρδιά της κλώτσησε άρρυθμα υποχρεώνοντάς την να σταματήσει και να αναπνεύσει με προσοχή.
Μια σταγόνα βροχής άγγιξε το μάγουλό της. «Γαμώτο!» Έπρεπε να βιαστεί. Ο ήχος των τακουνιών της επισήμανε την επιτάχυνσή της στην απόλυτη σιωπή της νύχτας. Αυτή η σιωπή επιδείνωνε τον ειρμό των σκέψεών της. Φοβόταν αυτή την συνάντηση. Ήταν σίγουρη πως όλα θα άλλαζαν. Οι δυο τους μόνοι σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου μακριά απ’ όλους και απ’ όλα χωρίς εγωισμούς και δικαιολογίες. Ήταν σίγουρη πως ό, τι έκρυβε μέσα της όλο αυτό τον καιρό θα έβγαινε στην επιφάνεια και δεν θα ήξερε πώς να το αντιμετωπίσει. Δεν θα μπορούσε να κρυφτεί άλλο. Αυτό ήταν που φοβόταν περισσότερο. Τίποτα δεν θα έμενε το ίδιο πια.
Τα φώτα του ξενοδοχείου σχεδόν την τύφλωσαν καθώς απορροφημένη από τις σκέψεις της δεν παρατήρησε πόσο κοντά στην είσοδο είχε βρεθεί. «Ή τώρα ή ποτέ» σκέφτηκε. Γνώριζε πολύ καλά τις συνέπειες της απόφασής της να περάσει την πόρτα του ξενοδοχείου. Το είχε σκεφτεί αρκετές φορές πριν φτάσει τόσο κοντά.
«Γαμώτο!» ,ας είναι… Τα κλειδιά και η κάρτα κουδούνισαν πιο δυνατά αυτή τη φορά από την φόρα που πήρε για να μπει στο κτήριο. Δεν σκόπευε να σταθεί έξω από την πόρτα, μέσα στη βροχή σαν ασθενής που το έσκασε απ’ το ψυχιατρείο. Περίμενε ήδη αρκετά χρόνια γι’ αυτή τη στιγμή, δεν θα το έβαζε στα πόδια τώρα που είχε φτάσει τόσο κοντά.
Η ατμόσφαιρα στο εσωτερικό του ξενοδοχείου ήταν τόσο ζεστή και φιλόξενη με αποτέλεσμα να την αποπροσανατολίσει για αρκετά δευτερόλεπτα. Όταν συνειδητοποίησε ότι στεκόταν στο κέντρο της υποδοχής σαν τροχονόμος σε άδειο δρόμο συνέχισε να περπατάει χωρίς να σκέφτεται. Για καλή της τύχη τα πόδια της την οδήγησαν σε μία πολυθρόνα κοντά στο ασανσέρ. Χωρίς δεύτερη σκέψη κάθισε προσπαθώντας να ηρεμήσει και ταυτόχρονα να βάλει τις σκέψεις της σε μια σειρά.
Κοιτώντας τις γεμάτες νερά ψηλοτάκουνες γόβες της έσπευσε να βρει μια δικαιολογία για την αμηχανία που την κυρίεψε. «Γαμώτο!» Θα τον περίμενε εκεί. Θα είχε λίγο χρόνο για να συνέλθει κι έπειτα θα ανέβαιναν μαζί στο άγνωστο δωμάτιο του τέταρτου ορόφου. Σηκώνοντας το κεφάλι παρατήρησε πως δεν υπήρχε ιδιαίτερη κίνηση στο ξενοδοχείο. Κοιτάζοντας προς τη ρεσεψιόν το μάτι της έπεσε πάνω σ’ ένα νεαρό ζευγάρι που είχε πιάσει κουβέντα με τη ρεσεψιονίστ. Δεν είχε αντιληφθεί κανείς την παρουσία της κι αυτό την καθησύχασε.
Παίρνοντας μια βαθειά ανάσα επιχείρησε να ανακτήσει την αυτοπεποίθησή της. Απ’ το μυαλό της πέρασαν φευγαλέα όλες οι ξένοιαστες στιγμές που είχαν περάσει μαζί. Όλες οι ωραίες στιγμές. Πριν μπουν ανάμεσά τους τόσα συναισθηματικά εμπόδια. Οι ζήλιες, οι σχέσεις, οι εγωισμοί, η απόσταση και η ασυνεννοησία.
Ακόμα κι αν τους εμπόδισαν όμως στο παρελθόν όλα αυτά η σχέση τους εξελίχθηκε. Ήρθαν πιο κοντά. Ξαφνικά συνειδητοποίησε πόση οικειότητα είχαν αποκτήσει οι δυο τους και κατάλαβε πως δεν είχε τίποτα να φοβηθεί. Τα χειρότερα είχαν περάσει σωστά; Από τη σημερινή βραδιά όλα θα άλλαζαν μεταξύ τους προς το καλύτερο. Ναι! Προς το καλύτερο! Αυτός ήταν άλλωστε ο σκοπός της συνάντησης. Συγκράτησε το χαμόγελό της όσο μπορούσε αλλά δεν μπόρεσε να κρύψει τη λάμψη στα μάτια της. Τέρμα οι τύψεις και οι δισταγμοί. Επιτέλους θα είχε αυτό που τόσο ποθούσε και θα ήταν ευτυχισμένη. Αυτό που πάντα ήθελε!
Κοιτώντας αφηρημένα τους τοίχους του ξενοδοχείου την προσοχή της τράβηξε ένα ρολόι που βρισκόταν πάνω από έναν εντυπωσιακό κόκκινο καναπέ. «Γαμώτο!» πανικοβλήθηκε γι’ ακόμη μια φορά φοβούμενη πως είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Ήταν μόλις δώδεκα και πέντε λεπτά. Το ραντεβού τους ήταν στις δώδεκα ακριβώς κι εκείνος δεν είχε εμφανιστεί οπότε το πρώτο πράγμα που συμπέρανε ήταν πως την περίμενε ήδη επάνω.
Παρόλο που τα παπούτσια της την είχαν ταλαιπωρήσει επέλεξε να πάει από τις σκάλες για να προετοιμαστεί ψυχολογικά για την καθοριστική αυτή συνάντηση. Ήταν τόσο ευτυχισμένη που επιτέλους θα βρίσκονταν οι δυο τους χωρίς να έχουν τίποτα να φοβηθούν που ένιωσε σαν έφηβη στο πρώτο της ραντεβού. Ήθελε να φωνάξει «Είμαι ερωτευμένη!» και να το ακούσει όλο το ξενοδοχείο αλλά και η ίδια καθώς δεν τόλμησε ποτέ να το παραδεχτεί, πόσο μάλλον να το πει και φωναχτά.
Φτάνοντας στον πρώτο όροφο σκέφτηκε πως όλη η ταλαιπωρία άξιζε τον κόπο. Ακόμα και οι άσχημες στιγμές είχαν την ομορφιά τους, ήταν ανεκτίμητες! Όλη αυτή η αναμονή και η υπομονή θα τους έβγαζε ασπροπρόσωπους! Δεν πειράζει που κάποτε πληγώθηκε. Θα τα ξεπερνούσε όλα μαζί του. Θα τον συγχωρούσε.
Το κλείσιμο μιας πόρτας στον δεύτερο όροφο απέσπασε την προσοχή της. Έγειρε το κεφάλι της κοιτώντας στο βάθος του διαδρόμου και αντίκρισε έναν αγανακτισμένο ηλικιωμένο να περπατά στο κόκκινο χαλί με γρήγορο βήμα. Είδε το στόμα του να κινείται από μακριά χωρίς να καταλαβαίνει όμως τι έλεγε. Για μια στιγμή κοκάλωσε καθώς νόμιζε πως ο γέρος ερχόταν κατά πάνω της. Τότε πέρασε με φόρα δίπλα της και το μόνο που ακούστηκε ήταν ορισμένες βρισιές και το όνομα του ξενοδοχείου. Ηλικιωμένοι. «Όλα τους φταίνε», σκέφτηκε και συνέχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά.
Καθώς ανάβαινε προς τον τρίτο όροφο άνοιξε την τσάντα της ψαχουλεύοντας για την κάρτα-κλειδί του δωματίου. «401» Μια κοινή τους φίλη της το είχε παραδώσει χθες στο ραντεβού τους για καφέ. «Τι θα κάνεις; Θα πας;» την είχε ρωτήσει. «Δεν ξέρω… αυτή η κατάσταση πρέπει κάποια στιγμή να ξεκαθαρίσει » είχε απαντήσει. Και να που είχε βρεθεί έναν όροφο μακριά από το ξεκαθάρισμα.
Τέταρτος όροφος. Ακολουθώντας μια πινακίδα που έγραφε «rooms 400-410» βρέθηκε κατευθείαν μπροστά στην καφέ πόρτα του δωματίου. Κοιτάζοντας το κινητό της είδε πως η ώρα ήταν δώδεκα και δέκα. Παίρνοντας μια βαθειά ανάσα τοποθέτησε προσεκτικά την κάρτα στην ειδική σχισμή. Το πράσινο φωτάκι της κλειδαριάς άναψε κατευθείαν κι εκείνη έσπρωξε την πόρτα με δύναμη.
Το δωμάτιο ήταν βυθισμένο στο απόλυτο σκοτάδι αναγκάζοντάς την να τοποθετήσει την κάρτα της στη θυρίδα του ρεύματος. Ο ρυθμισμένος χαμηλός φωτισμός δημιούργησε μια ήρεμη και ρομαντική ατμόσφαιρα στο χώρο. Γιατί όμως τα φώτα ήταν κλειστά προηγουμένως; Που ήταν αυτός; «Ίσως καθυστέρησε στο δρόμο» σκέφτηκε. Η βροχή πάντα προκαλούσε κίνηση στους δρόμους.
Εκμεταλλεύτηκε την απουσία του για να ρίξει μια ματιά στο δωμάτιο και να εξοικειωθεί με το χώρο. Αφού έμεινε αρκετά ικανοποιημένη από την αισθητική του χώρου κάθισε στο κρεβάτι κι έβγαλε τα παπούτσια της. Τα μαλλιά της ήταν αρκετά ταλαιπωρημένα από την υγρασία της σημερινής μέρας και σκέφτηκε πως θα ήταν καλή ιδέα να κάνει ένα μπάνιο.
Ψάχνοντας με τα μάτια της τις πετσέτες παρατήρησε έναν φάκελο που δεν είχε προσέξει κατά την είσοδό της στο δωμάτιο. Σηκώθηκε γεμάτη απορία και πλησίασε το τραπεζάκι όπου ήταν ακουμπισμένος ο φάκελος. Έγραφε το όνομά της. Τα φρύδια της ανασηκώθηκαν από την έκπληξη και έσπευσε να τον ανοίξει. Ποτέ δεν ήταν καλή στο να ανοίγει φακέλους. Έσκισε άτσαλα την πλαϊνή μεριά του φακέλου κι έβγαλε από μέσα μια κάρτα κι ένα σημείωμα.
Τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν καθώς η κάρτα ήταν ίδια με τη δική της. Τα μάτια της γέμισαν με περιέργεια κι έπειτα με οργή. «Συγνώμη, δεν μπόρεσα να το κάνω.» Τσαλάκωσε το απογοητευτικό του σημείωμα πετώντας το στα σκουπίδια. «Γαμώτο!»
